Πυκνό το σκοτάδι, βαθιά σιωπή, γύρω σου κόσμος, παντού μουσική/
Χαμένος στο πλήθος, γνωστός σου κανείς, μόνος σου ψάχνεις ,κάτι να βρεις/
Αστρόσκονη πέφτει και νιώθεις καλά, πηγαίνεις Ταξίδι στο πουθενά/Όλοι ’ναι φίλοι σου, όλοι γνωστοί, χαμόγελα, γέλια σε κάθε στιγμή/
Χορεύεις ακούραστα, δε σταματάς, βλέπεις οράματα, στον τοίχο κοιτάς/
Ο ήλιος σου χάνεται, τ’ αστέρια ξυπνούν, γίνονται χρώματα που δε θα σβηστούν/
Βουλιάζεις σε κύκλους, μες σε γραμμές, βουλιάζει το σύμπαν, φωνές αρκετές/
Η νύχτα κυλάει, η ώρα περνά, ο δείκτης του χρόνου πια δε γυρνά/Θάλασσα γίνεσαι που ψάχνει στεριά, κομμάτια η σάρκα, η ψυχή σου πετά/
Πηγαίνεις στο άπειρο και βρίσκεις σκιές, σκιές των γνωστών σου που χάθηκαν χτες/
Μπαίνεις στο στρόβιλο, οι σκέψεις κενές, οι αλήθειες πια ψεύτικες, οι ιδέες φτωχές/Τα πρόσωπα φθείρονται και γίνονται Φως κι εκεί στη γωνία υπάρχει ο Θεός/
Σε βλέπει, Τον βλέπεις κι αδιαφορείς, μπαίνεις στο έδαφος για να κρυφτείς/Είσαι πια μόνος σου και προχωράς, το τούνελ απέραντο, δε σταματάς/
Ακούγονται ήχοι, ακούς ουρλιαχτά, οι εικόνες αλλάζουνε μελωδικά/Ο δράκος ξοπίσω σου, σε κυνηγά ο κόσμος σου χάνεται, ελπίδα καμιά/
Κι εκεί που το όνειρο είναι γλυκό, οι δρόμοι σου σβήνονται λεπτό το λεπτό/Τρέχεις, φοβάσαι, δεν πολεμάς, η Σελήνη ανέτειλε και μέσα βουτάς/
Αλλάζει το χρώμα της, αλλάζεις κι εσύ, γίνεσαι άρχοντας σ ’άλλη Εποχή/Τα σύννεφα κόκκινα και μπλε η βροχή, χείμαρρος γίνονται σε ψάχνουν μαζί/
Το κύμα πελώριο όμως θολό, φτιαγμένο από δέρμα και όχι νερό/
Πέφτει επάνω σου πλατύ και χτυπάς κι αφού ερωτεύεσαι την αλήθεια ξεχνάς/Οι ήχοι χαρούμενοι το μυαλό σου πονούν και τώρα στ’ απόσπασμα εσένα καλούν/ Κάπου κουράζεσαι, θέλεις να βγεις, ν ’ανέβεις στον κόσμο σου ανθρώπους να δεις/
Η ώρα όμως πέρασε, η πόρτα κλειστή, οι τοίχοι σε πνίγουν, φωνάζεις γιατί/
Κανείς δε σ ’ακούει, κανείς δε μιλά, το μόνο π ’ακούγεται είναι η καρδιά/Οι χτύποι της γίνονται μονάχα ρυθμοί, ρυθμοί που θα παίζουν χωρίς μουσική/Το Τέλος πια γράφτηκε, έτσι απλά, το Ταξίδι που έκανες τώρ ’αρχινά/Αφήνεις το σώμα σου σε μία γωνιά και παίρνεις το δάκρυ σου ν ’ανέβεις ψηλά/Σταγόνα που χάνεται μες στη βροχή κι η δύση του ήλιου αγκαλιάζει τη Γη/
υ.γ. με αφορμή “το χαζό παιδί“…































